Αρχική » Ιστορία-Πολιτισμός » Η ξεχασμένη ιστορία των υποστηρικτών της επικράτησης του Χίτλερ

Η ξεχασμένη ιστορία των υποστηρικτών της επικράτησης του Χίτλερ

Ο ηγέτης των Ναζί δεν κατέλαβε την εξουσία – του παραδόθηκε

από KostasMarkakis

(Φωτογραφία τίτλου: Ο Χίτλερ με τον Χίντεμπουργκ)

Αποσπάσματα από άρθρο του Adam Gopnik, 18 Μαρτίου 2024, στο New Yorker, που αναφέρεται στο νέο βιβλίο του Timothy W. Ryback, «Takeover: Hitler’s Final Rise to Power» (Knopf). Στο βιβλίο εξιστορείται το πώς μια χώρα με λειτουργικό, αν και ελαττωματικό, δημοκρατικό μηχανισμό, η Γερμανία της «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης», παρέδωσε την απόλυτη εξουσία σε κάποιον που δεν θα μπορούσε να διεκδικήσει πλειοψηφία σε πραγματικές εκλογές και τον οποίο ολόκληρη η συντηρητική πολιτική τάξη θεωρούσε τότε ως έναν χαοτικό κλόουν με βίαιους οπαδούς. Ξεκινάμε αντίστροφα, από τον εξής επίλογο του άρθρου και τον σχολιασμό του:

«Η δημοκρατία δεν πεθαίνει στο σκοτάδι. Πεθαίνει σε έντονο μεσημεριανό φως, όπου οι πολιτικοί ξεπέφτουν σε οικειότητες και κάνουν ψευτο-συναλλαγές με αυταρχικούς δημαγωγούς ή λένε μεν σταθερά και οριστικά όχι, αλλά ξυπνούν λίγες μέρες αργότερα και αντιδρούν με μισόλογα – ευχολόγια και ψευδαισθήσεις. Οι ίδιες περιστάσεις δεν επαναλαμβάνονται ποτέ επακριβώς, όμως επανέρχονται συχνά γνωστά σχήματα και μοτίβα. Είναι αλήθεια ότι στην ιστορία το ίδιο πράγμα ποτέ δεν συμβαίνει δύο φορές. Αλλά παρόμοια πράγματα μπορεί να συμβούν».

Σ.σ.: Ο επίλογος του άρθρου και η συγκυρία της δημοσίευσης είναι σημαδιακά για τις σημερινές συνθήκες:  άρθρο και βιβλίο ευθέως παραπέμπουν στις ΗΠΑ του Τράμπ. Ισχύουν όμως και στην Ελλάδα του Μητσοτάκη. Αφορμή για τη αναδημοσίευση είναι ότι 1η Απριλίου 2024 κλείνουν 100 χρόνια από τη φυλάκιση του Χίτλερ  για το αποτυχημένο «Πραξικόπημα της Μπυραρίας» στο Μόναχο, που αποτέλεσε την έναρξη της δράσης του.

Στις μέρες μας επανέρχονται συνθήκες πολιτικής και κοινωνικής αστάθειας ανάλογες με εκείνες της Γερμανίας πριν 100 χρόνια, σε πολλές χώρες που (ακόμη) έχουν δημοκρατικά – κοινοβουλευτικά πολιτεύματα, όπως στις ΗΠΑ – τη Γερμανία – τη Γαλλία – την Ιταλία – την Ολλανδία – τη Ρουμανία – την Πολωνία … δυστυχώς και στην Ελλάδα. Ανάλογα μοτίβα σημειώνονται και σε θεσμούς της Ε.Ε. λίγο πριν τις Ευρωεκλογές τον Ιούνιο 2024, ενώ γύρω μας μαίνονται τοπικές πολεμικές συγκρούσεις σε Ευρώπη – Ασία και Αφρική. Τραγικό ιστορικό συμβολισμό αποτελεί η σταδιακή μετάλλαξη του Ισραήλ, από κράτος θυμάτων του γερμανικού ναζισμού και της γενοκτονίας Εβραίων από τον Χίτλερ, σε κράτος θύτη Αράβων παλαιστινίων κατά τη νέα γενοκτονία που συντελείται από το καθεστώς Νετανιάχου στην Παλαιστίνη.

Αποκτά λοιπόν ξεχωριστή σημασία η κατανόηση των αιτίων και των μηχανισμών που οδήγησαν σε κατάλυση δημοκρατικών πολιτευμάτων και στην άνοδο φασιστών δημαγωγών σε Γερμανία – Ιταλία – Ισπανία, πριν εκατό χρόνια, με δραματική κατάληξη τον καταστροφικό 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Μπενίτο Μουσολίνι και Άντολφ Χίτλερ

Η εξιστόρηση του Ryback ξεκινά αμέσως μετά την ατελή νίκη του Χίτλερ στις κοινοβουλευτικές εκλογές της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης τον Ιούλιο του 1932. Το κόμμα του Χίτλερ, το Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα (N.S.D.A.P.), πήρε τριάντα επτά τοις εκατό των ψήφων και διακόσιες τριάντα από τις εξακόσιες οκτώ έδρες στο γερμανικό κοινοβούλιο (Ράιχσταγκ) —σημαντικά μπροστά από τους αντιπάλους του. Σε κανονικές συνθήκες, αυτό θα είχε οδηγήσει τον ηλικιωμένο πολεμιστή Paul von Hindenburg, Πρόεδρο της Γερμανίας, να διορίσει τον Χίτλερ Καγκελάριο, που θα λογοδοτούσε στο κόμμα του, στο Ράιχσταγκ και στον Πρόεδρο, ο οποίος θα τον διόριζε και θα μπορούσε να τον απομακρύνει. Ωστόσο, τόσο ο Χίντενμπουργκ όσο και ο εν ενεργεία Καγκελάριος Φραντς φον Πάπεν, ήταν σταθερά αντίθετοι στον  Χίτλερ και αρχικά απαίτησαν αφελώς από τον Χίτλερ να αναγνωρίσει ότι ήταν ακατάλληλος για τον ρόλο.

Το N.S.D.A.P. υπήρξε μετά τον Μεγάλο Πόλεμο ως μία από τις πολλές λαϊκίστικες ομάδες. Ο τίτλος, με το «εθνικό» και το «σοσιαλιστικό» απευθυνόταν τόσο στους δεξιούς εθνικιστές όσο και στους αριστερούς σοσιαλιστές, που θεωρούνταν ότι είχαν ως κοινό εχθρό την ελίτ τάξη των Εβραίων τραπεζιτών, που δήθεν χειραγωγούσαν τη Γερμανία από τα παρασκήνια και ήταν υπεύθυνοι για την παράδοση της Γερμανίας στους νικητές κατά τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο. Οι Ναζί (Εθνικοσοσιαλιστές) ξεκίνησαν ως μια από τις περιθωριακές και λαϊκίστικες αντισημιτικές ομάδες στη Γερμανία, συμπεριλαμβανομένης της Thule Society, στην  οποία αφθονούσαν περίεργες προ-QAnon θεωρίες συνωμοσίας.

Ο Χίτλερ, ένας Αυστριακός δεκανέας με μουστάκι «οδοντόβουρτσα» (σαν του Μικρού Αλήτη του Τσάρλι Τσάπλιν), κατέλαβε τον έλεγχο του Κόμματος το 1921. Στη συνέχεια, μετά το αποτυχημένο πραξικοπήμα στο Μόναχο, το 1923, κατέληξε στη φυλακή. Είχε όμως πολλές ανέσεις, σεβασμό, χαρτί και χρόνο για να γράψει τα απομνημονεύματά του, το «Mein Kampf» (ο Αγών μου). Επανήλθε ως ηγέτης όλων των εθνικιστών που συμμετείχαν στις εκλογές, με μια συνοδευτική παραστρατιωτική οργάνωση, την Sturm-Abteilung (S.A.), υπό τη διεύθυνση του ανοιχτά ομοφυλόφιλου Ernst Röhm, και ένα γραφείο τύπου, υπό τη διεύθυνση του Joseph Goebbels. Τα σχέδια του Χίτλερ ήταν εσκεμμένα ασαφή, αλλά οι σκοποί του δεν ήταν. Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα «οδηγήθηκε από μία και μοναδική φιλοδοξία: να καταστρέψει το πολιτικό σύστημα, το οποίο θεωρούσε υπεύθυνο για τα μυριάδες δεινά που μάστιζαν τον γερμανικό λαό».

Ο Ryback επικεντρώνεται στο πραγματικό του θέμα: τη χειραγώγηση από τον Χίτλερ των συντηρητικών πολιτικών και μεγιστάνων, που νόμιζαν ότι τον χειραγωγούσαν. Πολιτικοί επιστήμονες και ιστορικοί που μελέτησαν αυτή την περίοδο, εκτιμούν ότι οι εκλογές ήταν «κανονικές», με την έννοια ότι η συμπεριφορά κοινωνικών ομάδων και υποομάδων εξελίχθηκε με τον συνηθισμένο τρόπο, ανταποκρινόμενη περισσότερο στην αντίληψη πολιτικών συμφερόντων παρά σε συναισθηματικές παρορμήσεις.

Η δημοφιλής εικόνα της παρακμής στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης -ότι ο υπερπληθωρισμός προκάλεσε μαζική ανεργία, η οποία παρήγαγε ασταμάτητο κύμα φασισμού- απέχει πολύ από την αλήθεια. Ο υπερπληθωρισμός είχε τελειώσει το 1923, και η περίοδος αμέσως μετά, στα μέσα της δεκαετίας του ’20, στη Γερμανία όπως και αλλού, ήταν χρυσή. Το οικονομικό κραχ του 1929 σίγουρα έδωσε ώθηση στα κόμματα της άκροαριστεράς και της ακροδεξιάς. Ωστόσο, τα αποτελέσματα των εκλογών του Ιουλίου του 1932 δεν ήταν καταστροφικά. Οι Ναζί προέκυψαν μεν ως το μεγαλύτερο ενιαίο κόμμα, αλλά τόσο ο Χίτλερ όσο και ο Γκέμπελς ήταν πικρά απογοητευμένοι από τη θέση τους. Οι άνεργοι στην πραγματικότητα αντιτάχθηκαν στον Χίτλερ και ψήφισαν μαζικά υπέρ των αριστερών κομμάτων. Ο Χίτλερ κέρδισε την υποστήριξη των αυτοαπασχολούμενων, οι οποίοι ήταν σε αξιοπρεπή οικονομική κατάσταση, αλλά ένιωθαν ότι απειλούνταν η ζωή και ο βιοπορισμός τους. Επίσης των αγροτικών προτεσταντών ψηφοφόρων, αλλά και των οικιακών βοηθών (αρκετά μεγάλη ομάδα τότε), ίσως επειδή ένιωθαν ανασφαλείς έξω από την άκαμπτη ιεραρχία που ήδη γνώριζαν. Αυτό που κάποτε ονομαζόταν μικροαστική τάξη, λοιπόν, ήταν το κλειδί για την υποστήριξη του Χίτλερ – όχι οι άνθρωποι που ζούσαν ήδη οικονομική επισφάλεια, αλλά αυτοί που αισθάνονταν την πιθανότητα της. Το να μην έχεις τίποτα να φοβάσαι εκτός από τον ίδιο τον φόβο είναι σαν να φοβάσαι κάτι σημαντικό.

Πράγματι, ο Χίτλερ συμπεριέλαβε στο πρόγραμμά του μια «κανονική» πολιτική: τους προηγούμενους μήνες μείωσε τη συνηθισμένη του αγανάκτηση για τους Εβραίους, τους τραπεζίτες, τις οικονομικές ελίτ και τα υπόλοιπα. Ηχογράφησε έναν ευρέως διανεμόμενο δίσκο φωνογράφου (αντίστοιχο σημερινού podcast), που είχε σχεδιαστεί για να έχει ύφος Καγκελάριου. Τόνισε την υποστήριξη στους αγρότες και την επιστροφή σε καλύτερες εποχές, στοχεύοντας «να γεφυρώσει ταξικές και συνειδησιακές διαιρέσεις, σοσιαλισμό και εθνικισμό». Αυτή η δημαγωγική αλχημεία, η σύντομη επιφανειακή λογική, ακύρωσε χρόνια και χρόνια του γνωστού παραλογισμού του. Οι Γερμανοί ψήφιζαν με τον αφηρημένο τρόπο των δημοκρατικών ψηφοφόρων, τις εύκολες διαβεβαιώσεις για σταθερότητα, με τις τάξεις να τάσσονται ενάντια στους ιστορικούς εχθρούς τους. Δεν ήταν άγριοι εθνικιστές που ψήφιζαν ένα αυταρχικό καθεστώς χιλιετίας -που θα κυβερνούσε για πάντα και θα αποκαθιστούσε τη Γερμανική δόξα και, σίγουρα, δεν ψήφιζαν μια εφιαλτική αποκάλυψη που θα άφηνε δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς και τις πόλεις της Γερμανίας κατεστραμμένες. Ψήφιζαν συγκεκριμένα προγράμματα που πίστευαν ότι θα τους ωφελούσαν και εξασφάλιση έναντι ανθρώπων που φοβόντουσαν.

Βαγόνι με σορούς νεκρών, έξω από το κρεματόριο του Μπούχενβαλντ

Ο Ryback ασχολείται κυρίως με δύο πυλώνες του καθωσπρέπει γερμανικού συντηρητισμού, τον στρατηγό Kurt von Schleicher και τον δεξιό μεγιστάνα των μέσων ενημέρωσης Alfred Hugenberg. Περιφρονώντας τον Χίτλερ ως τεμπέλη παλιάτσο -που ξυπνούσε μετά τις έντεκα τα πρωινά και περνούσε μεγάλο μέρος του χρόνου του βλέποντας και μιλώντας για ταινίες- και οι δύο  μισούσαν τους κομμουνιστές, ακόμη και τους κεντροαριστερούς Σοσιαλδημοκράτες, περισσότερο από οποιονδήποτε δεξιό, και πέρασαν το μεγαλύτερο μέρος του 1932 και του 1933 μηχανορραφώντας για να χρησιμοποιήσουν τον Χίτλερ για τις δικές τους φιλοδοξίες. Το βιβλίο του παρουσιάζει μια έντονα μυθιστορηματική εικόνα του Schleicher. Αν και κλασικός Πρώσος μιλιταριστής, ο Σλάιχερ, όπως και άλλοι από ανώτερα στρώματα της Γερμανίας, ήταν επίσης ένας καλλιεργημένος και κοσμοπολίτης μπον βιβαντ. Η καλά ενημερωμένη δημοσιογράφος Bella Fromm τον αποκάλεσε «άνθρωπο με σχεδόν ακαταμάχητη γοητεία». Δεν είχε αυταπάτες για τον Χίτλερ: «Τι να κάνω με αυτόν τον ψυχοπαθή;» είπε αφού έμαθε για τη συμπεριφορά του. Όμως, ως απείρως φιλόδοξος, σκέφτηκε ότι το κάλεσμα του Χίτλερ για κυριαρχία ενός ισχυρού άνδρα θα μπορούσε να αφυπνίσει στον γερμανικό λαό την ανάγκη για έναν πραγματικά ισχυρό άνδρα, δηλ. τον ίδιο τον Σλάιχερ. Ο Ryback μας λέει ότι ο Schleicher είχε μια στρατηγική που ονόμασε Zähmungsprozess, («διαδικασία εξημέρωσης»), η οποία είχε σκοπό να παραμερίσει τους ριζοσπάστες του Ναζιστικού Κόμματος και να φέρει το κίνημα στην κυρίαρχη πολιτική, με απώτερο στόχο να συντρίψουν οι φαιοχίτωνες (Brown Shirts) τις δυνάμεις της αριστεράς — και μετά ο τακτικός Γερμανικός Στρατός να συντρίψει τους φαιοχίτωνες.

Ο Schleicher φανταζόταν τον εαυτό του ως κύριο χειριστή ανθρώπων και υποθέσεων. Τον Ιούνιο του 1932, έπεισε τον Χίντενμπουργκ να δώσει την Καγκελαρία στον Πάπεν, έναν αδύναμο πολιτικό που πολλοί θεωρούσαν μαριονέτα του Σλάιχερ. Ο Πάπεν, με τη σειρά του, τοποθέτησε τον Σλάιχερ ως υπουργό Άμυνας. Στη συνέχεια διέλυσαν το Ράιχσταγκ και διεξήγαγαν τις εκλογές του Ιουλίου που, όπως ήταν αναμενόμενο, έδωσαν μεγάλη ώθηση στους Ναζί. Ο Σλάιχερ συνεργάστηκε στα σχέδιά του για την Zähmungsprozess  με τον πατριώτη και σθεναρά αντιναζί στρατηγό Kurt von Hammerstein-Equord. Ο Χάμερσταϊν ήταν ένας από τους λίγους Γερμανούς αξιωματικούς που αντιλήφθηκαν πλήρως την πραγματική φύση του Χίτλερ. Σε συνάντηση με αυτόν την άνοιξη του 1932, ο Χάμερσταϊν του είπε ωμά: «Κύριε Χίτλερ, αν αποκτήσετε την εξουσία νόμιμα, δεν θα έχω πρόβλημα. Διαφορετικά, θα χρησιμοποιήσω τα όπλα». Αργότερα ένιωσε καθησυχασμένος όταν ο Χίντενμπουργκ υπαινίχθηκε ότι, εάν δρούσαν τα ναζιστικά παραστρατιωτικά στρατεύματα, θα μπορούσε να διατάξει τον στρατό να πυροβολήσει εναντίον τους.

Ωστόσο, ο Χάμερσταϊν παρέμεινε άπραγος. Σε διάφορες στιγμές, ο Schleicher ως υπουργός Άμυνας, «έπαιξε» με ένα σχέδιο για επιβολή στρατιωτικού νόμου με επικεφαλής τον εαυτό του και τον Hammerstein στο πλευρό του. Κρίνοντας εκ των υστέρων, ήταν η τελευταία ελπίδα προστασίας της δημοκρατίας από τον Χίτλερ, αλλά -όταν ο Πρόεδρος Χίντενμπουργκ την απέρριψε, όχι λόγω δημοκρατικών αμφιβολιών αλλά λόγω υποψίας για τους σκοπούς του Σλάιχερ-, ο Χάμερσταϊν, μια ουσιαστικά τραγική φιγούρα, δεν μπόρεσε να δράσει μόνος. Έπασχε από μια «ασθένεια», συνήθη ανάμεσα σε αξιοπρεπείς στρατιωτικούς που ξαφνικά βρέθηκαν σε θέσεις πολιτικής εξουσίας: οι επιφυλάξεις του ήρθαν σε αντίθεση με την συνήθειά του να σέβεται την ιεραρχία. Οι στρατηγοί έγιναν στρατηγοί μαθαίνοντας να δέχονται εντολές πριν μάθουν πώς να τις δίνουν. Ο Χάμερσταϊν μισούσε τον Χίτλερ, αλλά περίμενε από κάποιον άλλο με αδιαμφισβήτητη εξουσία να του δώσει μια σαφή κατεύθυνση πριν ενεργήσει. Συνέχισε να περιμένει σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, ως μέρος του εξίσου ανίσχυρου στρατιωτικού συνδέσμου που ήθελε τον Χίτλερ νεκρό αλλά δεν είχε τη θέληση να τον σκοτώσει, μέχρις ότου ήταν πολύ αργά.

Οι δυνατότητες εξωκοινοβουλευτικών ενεργειών, που πιθανολογούνταν μετά τις εκλογές —όπως ένας πόλεμος στους δρόμους ή μια εμφύλια σύγκρουση που θα οδηγούσε σε στρατιωτικό πραξικόπημα— έμοιαζαν φρικιαστικές. Τότε τους ήταν άγνωστο ότι, οποιαδήποτε εναλλακτική λύση θα ήταν λιγότερο φρικτή, καθώς αυτό που θα συνέβαινε ήταν το χειρότερο πράγμα που είχε συμβεί ως τότε. Κρίνοντας εκ των υστέρων, θα μπορούσε  να παροτρύνει κανείς τον Χάμερσταϊν και τους συντρόφους του: Προχωρήστε, αναλάβετε την κυβέρνηση! Συλλάβετε τον Χίτλερ και τους κολλητούς του, κυβερνήστε για μερικά χρόνια και προσπαθήστε ξανά. Δεν θα είναι τόσο άσχημο όσο αυτό που πρόκειται να συμβεί στη συνέχεια. Αλλά, φυσικά, αυτό δεν μπορούσαν τότε να το γνωρίζουν.

Ο Ryback, εστιάζοντας στους αυτοπαγιδευμένους Γερμανούς συντηρητικούς, αποφεύγει γενικά το ερώτημα που φαίνεται προφανές σε έναν σύγχρονο αναγνώστη: Γιατί δεν επιχειρήθηκε στα  σοβαρά ο συνασπισμός  μετριοπαθών Σοσιαλδημοκρατών και συντηρητικών που δεν ταυτίζονταν με τους Ναζί Καθολικούς Κεντρώους; Δεδομένου ότι ο Χίτλερ είχε ορκιστεί επανειλημμένα να χρησιμοποιήσει τη δημοκρατική διαδικασία για να καταστρέψει τη δημοκρατία, γιατί όσοι ήταν προσηλωμένοι στη δημοκρατία τον άφησαν να το κάνει;

Πολλοί ιστορικοί έχουν ασχοληθεί με αυτό το ερώτημα, αλλά ίσως η πιο διεισδυτική αφήγηση παραμένει μια πρώιμη, γραμμένη λιγότερο από μια δεκαετία μετά τον πόλεμο, από τον μετανάστη Γερμανό μελετητή Lewis Edinger, ο οποίος γνώριζε καλά τους ηγέτες των Σοσιαλδημοκρατών και συμβουλεύτηκε αυτούς που είχαν επιζήσει για τη μελέτη του. Το συμπέρασμά του ήταν πως «εμπιστεύονταν ότι οι συνταγματικές διαδικασίες και η επιστροφή της λογικής και του ευ αγωνίζεσθαι θα διασφάλιζαν την επιβίωση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και των κύριων υποστηρικτών της».

Η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία είχε μετατραπεί σε γεροντοκρατία, χωρίς επαφή με τις υπόγειες γενετικές αλλαγές. Οι κορυφαίοι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες ήταν, κατά μέσο όρο, δύο δεκαετίες μεγαλύτεροι από τους ομολόγους τους ναζί. Ακόμη χειρότερα, οι Σοσιαλδημοκράτες παρέμειναν στη λαβή μιας μακροχρόνιας πάλης με τον εθνικισμό της περιόδου Bismark, ο οποίος, όσο καταπιεστικός κι αν ήταν, εξακολουθούσε να λειτουργεί με μια ευρεία ιδέα για τη νομιμότητα και το κράτος δικαίου. Με τις θεσμικές διαδικασίες του κοινοβουλευτισμού οι Σοσιαλδημοκράτες πάντα τα κατάφερναν – γιατί αυτές οι διαδικασίες δεν θα συνέχιζαν να τους προστατεύουν; (Πίστευαν ότι) σε μια μάχη δημαγωγίας και δημοκρατίας, σίγουρα η δημοκρατία είχε το πλεονέκτημα. Ο Έντινγκερ γράφει ότι ο Καρλ Κάουτσκι, από τους επιφανείς θεωρητικούς του Κόμματος, πίστευε ότι μετά τις εκλογές οι υποστηρικτές του Χίτλερ θα συνειδητοποιούσαν ότι ήταν ανίκανος να εκπληρώσει τις υποσχέσεις του και θα απομακρύνονταν.

Οι Σοσιαλδημοκράτες μπορεί επίσης να ταλαιπωρήθηκαν από τη δέσμευσή τους σε μια ομαδική ηγεσία – πράγμα που σήμαινε ότι κανένα χαρισματικό άτομο δεν τους αντιπροσώπευε. Διαδικαστικοί και θεσμικοί από ιδιοσυγκρασία και από κατάρτιση, ήταν, όπως δείχνει ο Έντινγκερ, ανίκανοι να αντιληφθούν τη φύση του αντιπάλου τους. Δέχθηκαν την άνοδο του Χίτλερ με την πεποίθηση ότι σεβόμενοι οι ίδιοι τους κανόνες θα ενθάρρυναν την άλλη πλευρά να παίξει σύμφωνα με αυτούς. Ακόμη και όταν ο Χίτλερ εδραίωσε την εξουσία του, θεωρούσαν ότι εξασφάλιζε την Καγκελαρία με συνταγματικά μέσα. Ο Έντινγκερ αναφέρει την άποψη του Άρνολντ Μπρεχτ, ενός εξόριστου πολιτικού: «Το να ξεσηκωθούν εναντίον του (Χίτλερ) την πρώτη νύχτα, θα εμφάνιζε τους αντάρτες ως τεχνικούς παραβάτες του Συντάγματος που ήθελαν να υπερασπιστούν».

Εν τω μεταξύ, οι κεντρώοι Καθολικοί -τους οποίους ο Χίτλερ αναγνώριζε με οξυδέρκεια ως τους πιο πιθανούς αντιπάλους του- αδυνατούσαν να ενωθούν με τους Δημοκρατικούς Σοσιαλιστές λόγω του φόβου τους για τους κομμουνιστές. Αν και οι κομμουνιστές είχαν προηγουμένως συνάψει διάφορες ευκαιριακές συμμαχίες με τους Σοσιαλδημοκράτες, μέχρι το 1932 ελέγχονταν αυστηρά από τον Στάλιν, ο οποίος τους είχε διατάξει να παρουσιάζουν τους Σοσιαλδημοκράτες ως τόσο μεγάλη απειλή για την εργατική τάξη όσο και ο Χίτλερ. Και, όταν διαδόθηκε μια φήμη ότι ο Χίτλερ είχε φτύσει κάποτε έναν παράγοντα των σοσιαλιστών, τον έκανε πιο δημοφιλή μεταξύ των Καθολικών, αφού έστρεψε την προσοχή στην Καθολική ανατροφή του. Πράγματι, οι περισσότερες απόπειρες να τονιστούν οι προσωπικές ατασθαλίες του Χίτλερ (συμπεριλαμβανομένης της πιθανής σεξουαλικής σχέσης του με την ανιψιά του Γκέλι, που δεν ήταν μυστικό στον Τύπο της εποχής αφού η αυτοκτονία της, πριν από τις εκλογές, ήταν σκάνδαλο στα ταμπλόιντ) τον έκαναν πιο δημοφιλή. Σε κάθε περίπτωση, ο Χίτλερ επιδέξια καθησύχαζε το καθολικό κέντρο, υποσχόμενος να είναι «ο ισχυρός προστάτης του Χριστιανισμού ως βάσης της κοινής ηθικής μας τάξης».

Το μίσος του Χίτλερ για την κοινοβουλευτική δημοκρατία, μεγαλύτερο από το μίσος του για τους Εβραίους, ήταν κεντρικό στοιχείο της ταυτότητάς του, τονίζει ο Ryback. Ο αντισημιτισμός ήταν τακτικό χαρακτηριστικό της λαϊκιστικής πολιτικής στην περιοχή: ο Χίτλερ είχε μάθει πολλά για αυτόν στα νιάτα του από τον δήμαρχο της Βιέννης Karl Lueger. Αλλά ο Λούγκερ ήταν ένας γνήσιος λαϊκιστής δημοκράτης, που εισήγαγε καθολική ψηφοφορία των ανδρών στην πόλη. Η πρωτοτυπία του Χίτλερ βρισκόταν αλλού. «Σε αντίθεση με τον αντισημιτισμό του, που ήταν τοξικό μείγμα ψευδοεπιστημονικών αναγνώσεων και κακοήθους καθοδήγησης, το μίσος του Χίτλερ για τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης ήταν αποτέλεσμα προσωπικής παρατήρησης των πολιτικών διαδικασιών», γράφει ο Ryback. «Μισούσε το παζάρι και τον συμβιβασμό πολιτικών συνασπισμών, που είναι εγγενής στα πολυκομματικά πολιτικά συστήματα».

Δεύτερος μόνο μετά τον Σλάιχερ, στις εκτιμήσεις του Ράιμπακ για τους παράγοντες ανόδου του Χίτλερ, είναι ο μεγιστάνας των μέσων ενημέρωσης Άλφρεντ Χούγκενμπεργκ. Ο ιδιοκτήτης του κορυφαίου κινηματογραφικού στούντιο της χώρας και της εθνικής υπηρεσίας ειδήσεων, που προμήθευε χίλιες εξακόσιες εφημερίδες, δεν ήταν καθόλου θαυμαστής του. Θεωρούσε τον Χίτλερ ως μανιακό και αναξιόπιστο, αλλά και απαραίτητο για την προώθηση του κοινού τους προγράμματος και αμφιταλαντευόταν στην πολιτική συμμαχία μαζί του. Ο Χούγκενμπεργκ είχε αρχίσει να χτίζει την αυτοκρατορία του στα μέσα ενημέρωσης στα τέλη της δεκαετίας του 1910, ως απάντηση σε αυτό που αντιλαμβανόταν ως προκατάληψη κατά των συντηρητικών σε μεγάλο μέρος του γερμανικού Τύπου, και συμμεριζόταν το μίσος του Χίτλερ για τη δημοκρατία και τους Εβραίους. Αλλά θεωρούσε τον εαυτό του πολύ πιο έμπειρο παίκτη και σκόπευε να χρησιμοποιήσει τον έλεγχό του στα σύγχρονα μέσα για την επιδίωξη αυτού που ονόμασε «Katastrophenpolitik» (πολιτική καταστροφής). (Δηλαδή) ενός πολιτιστικού πολέμου,  στρατηγική του οποίου, κατά τον Ράιμπακ, ήταν να «πλημμυρίζουν τον δημόσιο χώρο με εμπρηστικές ειδήσεις, μισές αλήθειες, φήμες και ξεκάθαρα ψέματα». Ο στόχος ήταν να πολωθεί το κοινό και να αποτραπεί κάθε συναίνεση. Ο Χούγκενμπεργκ έδωσε στον Χίτλερ χρήματα καθώς και δημοσιότητα, αλλά είχε τις δικές του πολιτικές φιλοδοξίες και το δικό του κόμμα, και ο Χίτλερ ζήλευε με μανία τα φώτα της δημοσιότητας. Ενώ έδινε υποστήριξη στον Χίτλερ στα μέσα ενημέρωσης του, τον προέτρεψε να ενεργήσει ορθολογικά και να συμβιβαστεί με θέσεις των Ναζί στο υπουργικό συμβούλιο, εάν δεν μπορούσε να έχει την Καγκελαρία.

Αυτό που ενίσχυε τους Ναζί καθ’ όλη τη διάρκεια των συνωμοτικών ελιγμών της περιόδου δεν ήταν σίγουρα κάποια μεγάλη επίδειξη πειθαρχίας. Το ναζιστικό κίνημα ήταν ένα χάος από αντιμαχόμενες εσωτερικές ομάδες που φοβόντουσαν και περιφρονούσαν η μία την άλλη. Ο Χίτλερ δικαίως δεν εμπιστευόταν ούτε τον υπαρχηγό του Γκρέγκορ Στράσερ, ο οποίος ανήκε στη «σοσιαλιστική» πλευρά  των Εθνικοσοσιαλιστών. Τα μέλη των S.A., οι Storm Troopers, εν τω μεταξύ, ήταν πιστά κυρίως στον δικό τους ηγέτη, τον Ernst Röhm, και έφερναν σε αμηχανία τον Χίτλερ με τα σεξουαλικά τους σκάνδαλα. Το N.S.D.A.P. ήταν μια κυψέλη εσωτερικών αντιπαθειών που μπορούσαν να επιλυθούν μόνο με βία – μια κατάσταση που θα διαρκούσε μέχρι τις τελευταίες εβδομάδες του πολέμου, όταν, στεκόμενος μέσα στα ερείπια της Γερμανίας, ο Χίτλερ έξαλλος ανακάλυψε ότι ο Χάινριχ Χίμλερ επιχειρούσε διαπραγμάτευση ξεχωριστής ειρήνης με Δυτικούς Συμμάχους.

Η δύναμη των Ναζί βρισκόταν μάλλον στον περίεργα κλειστό και μουδιασμένο χαρακτήρα του ηγέτη τους. Ήταν αδύνατο να αποθαρρυνθεί ο Χίτλερ, όχι επειδή διαχειριζόταν μια αποτελεσματική μηχανή, αλλά επειδή είχε ανοσία σε συνήθη ανθρώπινα εμπόδια στην απόλυτη εξουσία, όπως: ντροπή, υπολογισμός ή ακόμα και επιθυμία να δει ένα συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα να εφαρμόζεται. Ο Χίντενμπουργκ, γνωρίζοντας την αυθεντικά θαρραλέα στρατιωτική θητεία του Χίτλερ στον Μεγάλο Πόλεμο, στις συναντήσεις τους έκανε έκκληση στον πατριωτισμό του, στην αγάπη του για την Πατρίδα. Αλλά ο Χίτλερ, ένας Αυστριακός που έλαβε τη γερμανική υπηκοότητα μόλις πριν από τις εκλογές του 1932, ποτέ δεν αγάπησε την Πατρίδα. Κινήθηκε με   καύσιμο το καθαρό μίσος. Δεν ήθελε εξουσία για να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα, ήθελε δύναμη για να συνειδητοποιήσει τον πόνο του. Ένα συναρπαστικό -αρχικά διαβαθμισμένο- έγγραφο, που ετοιμάστηκε από τον ψυχαναλυτή Walter Langer για το O.S.S., τον πρόδρομο της C.I.A., χρησιμοποίησε αφηγήσεις σε πρώτο πρόσωπο για να μετρήσει την κλίμακα ναρκισσισμού του Χίτλερ: «Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί, ότι από όλους τους τίτλους που μπορούσε να επιλέξει ο Χίτλερ για τον εαυτό του, αρκείται στον απλό του «Φύρερ». Γι’ αυτόν αυτός ο τίτλος είναι ο μεγαλύτερος από όλους. Πέρασε τη ζωή του ψάχνοντας για ένα άτομο αντάξιο αυτού του ρόλου, αλλά δεν κατάφερε να βρει κάποιον, μέχρι που ανακάλυψε τον εαυτό του». Ή, όπως παρατήρησε ο οξύνους Ούγγρο-Αμερικανός ιστορικός John Lukacs, ο οποίος πέρασε μια ζωή μελετώντας την ψυχολογία του Χίτλερ, «Το μίσος για τους αντιπάλους του ήταν ισχυρότερο και λιγότερο αφηρημένο από την αγάπη για τον λαό του. Αυτό ήταν (και παραμένει) διακριτικό σημάδι του μυαλού κάθε ακραίου εθνικιστή».

Τον Νοέμβριο του 1932 διεξήχθησαν πάλι εκλογές για το Ράιχσταγκ. Για άλλη μια φορά, ήταν μια πικρή απογοήτευση για τον Χίτλερ και τον Γκέμπελς – «μια καταστροφή», όπως δήλωσε ο Γκέμπελς τη νύχτα των εκλογών. (Μια προηγούμενη προεδρική εκλογή είχε επίσης επιβεβαιώσει τον Χίντενμπουργκ έναντι του κινήματος του Χίτλερ.) Το ναζιστικό κύμα που όλοι περίμεναν απέτυχε να υλοποιηθεί. Οι Ναζί έχασαν έδρες και, για άλλη μια φορά, δεν μπόρεσαν να ξεπεράσουν το πενήντα τοις εκατό. Οι Times εξήγησαν ότι το κίνημα του Χίτλερ είχε πέσει κάτω από την κρίσιμη στάθμη και ότι «η χώρα έχει κουραστεί από τους Ναζί». Παντού, λέει ο Ryback, οι σκιτσογράφοι και οι συντάκτες χάρηκαν με την ενόχληση του Χίτλερ. Ένας σκιτσογράφος τον έδειξε να προεδρεύει σε νεκροταφείο με σβάστικες. Τον Δεκέμβριο του 1932, έχοντας χάσει τρεις συνεχόμενες εκλογές, ο Χίτλερ φαινόταν να έχει τελειώσει.

Ακολούθησαν ελιγμοί που είναι απογοητευτικό να τους διαβάζεις και εξουθενωτικό να τους παρακολουθείς. Ο Σλάιχερ συνωμότησε να απολυθεί ο Πάπεν ως Καγκελάριος από τον Χίντενμπουργκ και να αντικατασταθεί από τον ίδιο. Υπολόγισε ότι θα μπορούσε να αποσπάσει από τον Χίτλερ τον Γκρέγκορ Στράσερ και τα πιο αξιοσέβαστα στοιχεία των Ναζί, να σχηματίσει μαζί τους συνασπισμό και να αφήσει τον Χίτλερ απ’ έξω. Αλλά ο Πάπεν, άνθρωπος μικρός σε όλα εκτός από την τάση του για εκδίκηση, εξαγριωμένος στράφηκε εναντίον του Σλάιχερ  και πήγε κατευθείαν στον Χίτλερ, προτείνοντας, παρά τις προηγούμενες αντι-χιτλερικές απόψεις του, να σχηματίσουν δικό τους συνασπισμό. Επίσης, το σχέδιο του Σλάιχερ να απομακρύνει τον Στράσερ από τον Χίτλερ και να σπάσει το Ναζιστικό Κόμμα στα δύο, σκόνταψε στο ότι η πραγματική βάση του Κόμματος ήταν φανατικά πιστή μόνο στον αρχηγό του. Ο Στράσερ, γνωρίζοντας το, αρνήθηκε να εγκαταλείψει το Κόμμα, ακόμη και όταν συνωμότησε με τον Σλάιχερ για να το υπονομεύσουν.

Στα μέσα Ιανουαρίου, έγιναν περιφερειακές εκλογές στο Lipperland. Αν και τα αποτελέσματα ήταν και πάλι απογοητευτικά για τον Χίτλερ και τον Γκέμπελς -το Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα (N.S.D.A.P.) δεν είχε ακόμη ξεπεράσει το όριο του πενήντα τοις εκατό- κατάφεραν να παρουσιάσουν τις εκλογές ως ένα είδος θριάμβου. Στις συνεδριάσεις του Κόμματος, ο Χίτλερ κατήγγειλε τον Στράσερ. Τότε, η ιδέα απόσπασης της πτέρυγας Στράσερ από το κόμμα του Χίτλερ, πολύ αγαπητή στον Schleicher και στους συμμάχους του, έγινε προφανώς αδύνατη.

Ο Χίντενμπουργκ, ήδη πάνω από τα ογδόντα και εξασθενημένος, βαρέθηκε τα μακιαβελικά στρατηγήματα του Σλάιχερ και τον απαρνήθηκε ως Καγκελάριο. Ο Πάπεν, που είχε απολυθεί λίγο πριν, έγινε πάλι δεκτός από τον Πρόεδρο. Υποσχέθηκε ότι θα μπορούσε να σχηματίσει λειτουργική πλειοψηφία στο Ράιχσταγκ με απλά μέσα: ο Χίντεμπουργκ θα έπρεπε να προχωρήσει και να διορίσει τον Χίτλερ Καγκελάριο. Ο Χίτλερ, όπως εξήγησε, έκανε σημαντικές «παραχωρήσεις» και θα μπορούσε να ελεγχθεί. Θα αρκούνταν μόνο στην Καγκελαρία  χωρίς άλλες θέσεις στο υπουργικό συμβούλιο. Τι μπορεί να πάει στραβά; Είπε. Ο Χίντενμπουργκ φέρεται να ρώτησε: «Θες να μου πεις ότι έχω το δυσάρεστο καθήκον να διορίσω αυτόν τον Χίτλερ ως Καγκελάριο;». Ο Πάπεν κατένευσε. Οι συντηρητικοί στρατηγοί πανηγύρισαν τη νίκη τους. «Λοιπόν, μπουζουριάζουμε τον Χίτλερ», είπε ο Χούγκενμπεργκ με σιγουριά. Ο Πάπεν κραύγασε: «Μέσα σε δύο μήνες, θα έχουμε στριμώξει τον Χίτλερ σε μια γωνία, τόσο σφιχτά που θα τσιρίζει!»
«Το μεγάλο αστείο με τη δημοκρατία είναι ότι δίνει στους θανάσιμους εχθρούς της τα εργαλεία για την ίδια της την καταστροφή», είπε ο Γκέμπελς καθώς οι Ναζί ανέβαιναν στην εξουσία – ένα από τα αποσπάσματα που μοιάζουν απόκρυφα αλλά δεν είναι. Η τελική μοίρα όσων αναφέρθηκαν είναι ποικίλη και διδακτική:

Ο Schleicher, ο συντηρητικός που διέκρινε την αδυναμία του Χίτλερ – που είχε βρει έναν τρόπο να τον παγιδεύσει και στη συνέχεια να τον χρησιμοποιήσει ενάντια στην αριστερά – σκοτώθηκε από τα S.A. το 1934, κατά τη διάρκεια της Νύχτας των Μακριών Μαχαιριών, όταν ο Χίτλερ εδραίωσε την κυριαρχία του, το δικό του κίνημα, δολοφονώντας τους λιγότερο πιστούς υπαρχηγούς του. Ο Strasser και ο Röhm δολοφονήθηκαν επίσης τότε. Ο Χίτλερ και ο Γκέμπελς, πέθαναν από τα ίδια τους τα χέρια στην ήττα, αφήνοντας δεκάδες εκατομμύρια Ευρωπαίους νεκρούς και τη χώρα τους σε ερείπια. Αλλά ο Χούγκενμπεργκ, ο οποίος παραγκωνίστηκε κατά τη διάρκεια του Τρίτου Ράιχ, αθωώθηκε από δικαστήριο αποναζιστοποίησης στα χρόνια μετά τον πόλεμο. Και ο Πάπεν, ο οποίος είχε φέρει απευθείας τον Χίτλερ στην εξουσία, αθωώθηκε στη Νυρεμβέργη, ενώ τη δεκαετία του 1950 του απονεμήθηκε το ανώτατο τιμητικό παράσημο της Καθολικής Εκκλησίας.

Υπάρχουν στην ιστορία πρότυπα συνηθισμένων καταστάσεων και μοναδικών απρόβλεπτων;  Σίγουρα, αλλά η Γερμανία του 1932 ήταν κάτι ξεχωριστό. Αυτό που λέγεται, ότι κάποιοι κύκλοι μπορεί να επαναλαμβάνονται – αλλά όχι ακριβώς, αποτυπώνεται καλύτερα στον εξής αφορισμό: «Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, αλλά μερικές φορές κάνει ομοιοκαταληξία». Κανείς ιστορικός δεν είναι σίγουρος ποιος το πρωτοείπε: πιστώνεται  ευρέως στον Μαρκ Τουέιν, αλλά πιο πιθανό είναι να ειπώθηκε για πρώτη φορά πολύ μετά το θάνατό του.

Είναι σαν να βλέπουμε μέσα από τζάμι, καθώς ακαθόριστα διακρίνουμε πρότυπα αυταρχικής φιλοδοξίας να τρεμοσβήνουν μπροστά στα μάτια μας, όπως:

  • δημαγωγό να γίνεται δυνατός όχι από πεποίθηση, αλλά μη αντιδρώντας σε ενθάρρυνση και νουθεσίες
  • κεντροαριστερά να εκφυλίζεται γερνώντας
  • αφεντικά των ΜΜΕ να θέλουν κάτι παρόμοιο με τον δημαγωγό, αλλά τελικά να ελέγχονται από αυτόν
  • ελιγμούς πολιτικών που πιστεύουν αβάσιμα ότι μπορούν να ξεγελάσουν τον δημαγωγό
  • αντίσταση και μετά ξαφνική παράδοση και υποταγή (στον αυταρχισμό)

Η δημοκρατία δεν πεθαίνει στο σκοτάδι. Πεθαίνει σε έντονο μεσημεριανό φως, όπου οι πολιτικοί ξεπέφτουν σε οικειότητες και κάνουν ψευτο-συναλλαγές με αυταρχικούς δημαγωγούς ή λένε μεν σταθερά και οριστικά όχι, αλλά ξυπνούν λίγες μέρες αργότερα και αντιδρούν με μισόλογα – ευχολόγια και ψευδαισθήσεις. Οι ίδιες περιστάσεις δεν επαναλαμβάνονται ποτέ επακριβώς, όμως επανέρχονται συχνά γνωστά σχήματα και μοτίβα. Είναι αλήθεια ότι στην ιστορία το ίδιο πράγμα ποτέ δεν συμβαίνει δύο φορές. Αλλά παρόμοια πράγματα συμβαίνουν.

Επιλογή αποσπασμάτων, μετάφραση και επιμέλεια κειμένου: Κώστας Α. Μαρκάκης

Πηγή: Άρθρο του Adam Gopnik, 18 Μαρτίου 2024, στο New Yorker. Δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του τεύχους της 25ης Μαρτίου 2024, με τίτλο «The Enablers».

https://www.newyorker.com/magazine/2024/03/25/takeover-hitlers-final-rise-to-power-timothy-w-ryback-book-review

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Θα υποθέσουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε εάν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα