Αρχική » Ιστορία-Πολιτισμός » Περί της Ημερομηνίας Έναρξης του Αγώνα το 1821

Περί της Ημερομηνίας Έναρξης του Αγώνα το 1821

από KostasMarkakis

Περί της Ημερομηνίας Έναρξης του Αγώνα το 1821

Με την ευκαιρία των εορτασμών της επετείου της Επανάστασης του 1821 και σε συνέχεια τεσσάρων σχετικών άρθρων μου στον τοπικό τύπο της Καλαμάτας (Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2016), βασισμένων στο πρόσφατο βιβλίο του μεσσήνιου ιστορικού Βασίλη ΠαναγιωτόπουλουΔύο Πρίγκηπες στην Ελληνική Επανάσταση”, παραθέτω την ψύχραιμη και τεκμηριωμένη άποψη αυτού του έγκυρου ιστορικού περί της ημερομηνίας έναρξης του απελευθερωτικού Αγώνα το 1821.

Η άποψή του είναι πώς – πέρα από αδιέξοδους και αυθαίρετους τοπικισμούς – όλες οι επί μέρους στρατιωτικές κινήσεις στην Πελοπόννησο δεν ήταν αυτοτελείς και ασυντόνιστες, αλλά αποτελούσαν συγκλίνουσες ενέργειες ενός και του αυτού σχεδιασμού της εξέγερσης, πριν και μετά την ημερομηνία “στόχο” της 25ης Μαρτίου 1821.

Ακολουθούν χαρακτηριστικά αποσπάσματα που το τεκμηριώνουν : 

1.   “Πολλοί παλαιότεροι μελετητές, μέσα σε ένα πνεύμα θρησκευτικότητας και πατριωτισμού, έχουν υιοθετήσει την άποψη ότι η 25η Μαρτίου είχε πράγματι οριστεί ως ακριβής ημερομηνία έναρξης του Αγώνα, χωρίς όμως να προσκομίζουν καμία ρητή μαρτυρία της εποχής. Η πεποίθηση αυτή ενισχύθηκε και μάλιστα εδραιώθηκε μετά την καθιέρωση της ημερομηνίας της 25ης Μαρτίου ως εθνικής εορτής το 1838, με την οποία πάντως εκτοπίστηκαν σταδιακά ή υποβαθμίστηκαν άλλες εμβρυακές μορφές εθνικών εορτών, όπως η δημοκρατικού συμβολισμού 1η Ιανουαρίου (ψήφιση Συντάγματος Επιδαύρου, 1822).

Αν και δεν έχει προκύψει κάποιο αδιαφιλονίκητο τεκμήριο απόφασης ή εντολή έναρξης της Επανάστασης στις 25 Μαρτίου 1821, σήμερα γνωρίζουμε ότι η εξέγερση προετοιμαζόταν (σ.σ. από τους “Φιλικούς”) για τα “τέλη Μαρτίου”, κάτι που προκύπτει από πολλές έμμεσες ενδείξεις αλλά και από σαφέστερες πληροφορίες της εποχής. Εδώ θα είχε νόημα να προσθέσουμε ότι η “μέρα του Ευαγγελισμού”, εύληπτο χρονολογικό όριο του ορθόδοξου-λαϊκού εορτολογίου και σταθερής ημερολογιακής σήμανσης, θα μπορούσε και για τεχνικούς λόγους να είχε οριστεί από τη Συνέλευση του Ισμαηλίου (σ.σ. Οκτώβριος 1820) ως ενδεικτική ημερομηνία έναρξης της Επανάστασης. Ο θρησκευτικός συμβολισμός, υπαρκτός εξ αντικειμένου στην επαναστατική αντιοθωμανική ενέργεια, δεν θα πρέπει ωστόσο να κυριαρχούσε στις φροντίδες και στην άμεση δράση των πρωταγωνιστών-οργανωτών της εξέγερσης.

Άλλες ανάγκες σήμανσης υπηρετούσε η επιλογή τους, όπως η εποχή του χρόνου (άνοιξη) και η σταθερή ημερομηνία έναρξης των στρατιωτικών ενεργειών, δηλαδή ανάγκες οργανωτικής φύσεως και όχι ιδεολογικής. Άλλωστε, η επίκληση της θρησκευτικότητας ήταν εγγενής και δεδομένη σε όλες τις φάσεις του Αγώνα. Βέβαια, η παρουσία του Αρχηγού στην Πελοπόννησο (σ.σ. του Αλέξανδρου Υψηλάντη, προβλεπόμενη στο “Σχέδιον Γενικόν” και στο “Σχέδιο Ισμαηλίου”) εκτός του ότι προσδιόριζε, τουλάχιστον συμβολικά, το αφετηριακό γεωγραφικό σημείο της εξέγερσης, αποτελούσε και ένα δείγμα των στρατιωτικών βλέψεων της ίδιας της Επανάστασης, ως προς τις εδαφικές της προσδοκίες. Στο Ισμαήλι υιοθετήθηκαν δράσεις που δείχνουν έναν καλά δομημένο και σώφρονα τακτικό σχεδιασμό, στηριγμένο σε νέες διεθνείς και εσωτερικές συνθήκες και οργανωμένο γύρω από νέα πολιτικά και ιδεολογικά αιτούμενα. Ανάμεσα σε αυτά θα μπορούσε κανείς να διακρίνει την πρόβλεψη μιας σταθερής εδαφικής βάσης της Επανάστασης (Πελοπόννησος), την άμεση διεύρυνση του απελευθερωτικού κινήματος προς Στερεά Ελλάδα – Ήπειρο – Θεσσαλία, την ταυτόχρονη εξέγερση στο Αιγαίο και στη συνέχεια την επέκταση βορειότερα. Κάτι που συνέβη άλλωστε κατά τους επόμενους μήνες με τις επαναστατικές δράσεις στη Χαλκιδική, τη Θεσσαλονίκη, τη Νάουσα ή τις Σέρρες.”

(Βασ. Παναγιωτόπουλος : “Δύο Πρίγκηπες στην Ελληνική Επανάσταση”, σελ. 67, 68)

2.  “Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να ξεκαθαριστεί είναι εκείνο της ημερομηνίας έναρξης του Αγώνα, γιατί μόνον αν είχε οριστεί με, σχετική έστω, ακρίβεια μια τέτοια ημερομηνία, πέρα από το ζήτημα της τοπικής/γεωγραφικής παραμέτρου, έχει νόημα να μιλάμε για “επίσπευση” της εξέγερσης. ….. Θα προχωρήσουμε με την παραδοχή ότι ως ημερομηνία της εξέγερσης είχε οριστεί στο Ισμαήλι η 25η Μαρτίου και με την ημερομηνία αυτή ως οδηγό δούλευαν οι διάσπαρτοι “απόστολοι” της Εταιρείας, όπως ο Δικαίος και ο Περραιβός στη Μάνη κ.ά.

Ας διευκρινιστεί πάντως ότι στο πνεύμα της παρούσας έρευνας, η 25η Μαρτίου ως ημερομηνία έναρξης του Αγώνα δεν είναι απολύτως δεσμευτική, αλλά ενδεικτική και δεν πρέπει να συγχέεται με ανάλογες δράσεις κατά τα μεταγενέστερα χρόνια και ως σήμερα, των αναπτυγμένων επικοινωνιών και της πληθώρας τεχνικών μέσων.

Η κατάληψη π.χ. στις 23 Μαρτίου 1821 της Καλαμάτας από τις μανιάτικες και μεσσηνιακές δυνάμεις υπό τη στρατιωτική ηγεσία του Πετρόμπεη και την “πολιτική” ευθύνη και ηγεσία του Γρηγόριου Δικαίου, δεν συνιστά “αλλαγή” του αρχικού σχεδίου αλλά πιστή “εφαρμογή” του, στο βαθμό μάλιστα που δεν αλλοίωνε ή δεν αναιρούσε την επιλεγμένη τεχνική της εξέγερσης (μαζική κινητοποίηση ενόπλων, θρησκευτικο-πολιτικές τελετουργίες, όπως δοξολογίες κλπ, αλλά και χρήση νέου τύπου εθνικών συμβόλων, τοπική πολιτική και στρατιωτική δράση κλπ) κάτι που επαληθεύτηκε άλλωστε δύο μέρες αργότερα, με την επίσημη εξέγερση της Πάτρας, η οποία συντελείται ακριβώς στις 25 Μαρτίου, μετά τις αψιμαχίες των προηγούμενων ημερών.

Το ίδιο ισχύει βέβαια και για τα πρόδρομα γεγονότα των Καλαβρύτων, αλλά και για τη μανιάτικη ενέργεια των ίδιων ημερών προς Μυστρά και Μονεμβασία με αφετηρία την Αρεόπολη (17 Μαρτίου 1821), που και αυτή δεν αποτελεί απόκλιση από τον αρχικό σχεδιασμό αλλά αντίθετα, μέρος της συνολικής μανιάτικης στράτευσης στον Αγώνα και τοπικά σχεδιασμένο κλάδο, συμπληρωματικό της κίνησης του Πετρόμπεη προς την Καλαμάτα. Το ξεκίνημα της Αρεόπολης συνηγορεί μάλιστα υπέρ της παραδοχής της 25ης Μαρτίου ως ενδεικτικής αλλά καθολικής ημερομηνίας έναρξης.

Από τα μέσα Μαρτίου οι μανιάτικες δυνάμεις υπό τη στρατιωτική ηγεσία των τοπικών αρχηγών αλλά και τη σταθερή παρουσία και καθοδήγηση των “Αποστόλων” της Εταιρείας Γρηγόριου Δικαίου και Χριστόφορου Περραιβού (ο τελευταίος ως τις 22 Μαρτίου 1821, ημέρα της αναχώρησής του για την Ήπειρο, τη νέα περιοχή ευθύνης του, βρισκόταν ακόμη στη Μάνη), έχουν τεθεί σε κίνηση, πριν ακόμη φθάσει στις Κιτριές η πληροφορία της εισόδου του Υψηλάντη στις Ηγεμονίες και το συναφές μήνυμα της εξέγερσης, παντού όπου αυτή είχε σχεδιαστεί και προετοιμαστεί.

Αλλά στο ίδιο συμπέρασμα μας οδηγούν και οι μαρτυρίες γραπτών τεκμηρίων εκείνων των ημερών. Ένα από αυτά είναι και η επιστολή του Δικαίου προς τον Ξάνθο (22 Φεβρουαρίου 1821), προς τον οποίο εκφράζει την αγωνία του για την καθυστέρηση της άφιξης του Υψηλάντη στην Πελοπόννησο και γράφει προειδοποιητικά και σχεδόν εκβιαστικά ότι αν σε ένα μήνα δεν εμφανιστεί (δηλ. περί τις 25 Μαρτίου!) η εξέγερση θα ξεκινήσει, χωρίς την παρουσία του Αρχηγού με ό,τι δυσάρεστο μπορεί αυτή η απουσία να επιφέρει. Ο Γρηγόριος Δικαίος δεν ήταν ο άνθρωπος που θα περίμενε παθητικά τον Αρχηγό για να εκτελέσει την αποστολή που του είχε ανατεθεί. Εδώ πάντως η ημερομηνία της εξέγερσης ξεπηδάει αυθόρμητα από τη μαρτυρία του.”

(Βασ. Παναγιωτόπουλος : “Δύο Πρίγκηπες στην Ελληνική Επανάσταση”, σελ. 167, 168)

σ.σ. :     Τα ανωτέρω ενισχύονται από το χρονολόγιο βασικών ενεργειών και κινήσεων των “Αποστόλων” της εξέγερσης από πλευράς της “Φιλικής Εταιρίας” (στο ίδιο βιβλίο), όπως :

  • Έκδοση της προκήρυξης “Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος” στις 24 Φεβρουαρίου 1821 στο Ιάσιο (συντάκτης ο φιλικός Γεώργιος Κοζάκης-Τυπάλδος)
  • Στη Μάνη περίμεναν τότε τον Αρχηγό Αλέξανδρο Υψηλάντη οι “Απόστολοι” της εξέγερσης για την Πελοπόννησο (Γρηγόριος Δικαίος) και για την Ήπειρο (Χριστόφορος Περραιβός) και οι στρατιωτικοί αρχηγοί, σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό. Στις 22 Μαρτίου αναχώρησε ο Περραιβός για Κεφαλλονιά – Παξούς με το πλοίο του καπετάν Γιώργη Πράσινου, που μετέφερε καθυστερημένα από Κωνσταντινούπολη (1 Μαρτίου 1821) στη Μάνη την “προκήρυξη του πολέμου” στις Ηγεμονίες.
  • Στις 22 Μαρτίου ξεκίνησαν από τις Κιτριές ο Γρηγόριος Δικαίος, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης με τους Μανιάτες, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και οι άλλοι αρχηγοί για Καλαμάτα.
  • Τότε συνέβη και η παραβίαση του σχεδιασμού του Ισμαηλίου από τον Αρχηγό Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο οποίος αντί καθόδου στη Μάνη μέσω Τεργέστης με το πλοίο του Παλαιολόγου Λεμονή, όπου τον περίμεναν όλοι, προέβη στη διάβαση του Προύθου στις 21 Φεβρουαρίου 1821. Ακολούθησε η καταστροφή στο Δραγατσάνι και στο Σκουλένι τον Ιούνιο του 1821.

             Κωνσταντίνος Ανδρέα Μαρκάκης, Εκπρόσωπος της Εταιρείας “Φίλοι της Βέργας”

Δημοσιεύθηκε: 15-3-2017 στην “ΦΩΝΗ Μεσσηνίας” και 22-3-2017 στην “ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ” Καλαμάτας

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Θα υποθέσουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε εάν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα