Αρχική » Πολιτική-Οικονομία » Η επικίνδυνα απλοϊκή αφήγηση της Δύσης για την Ρωσία και την Κίνα

Η επικίνδυνα απλοϊκή αφήγηση της Δύσης για την Ρωσία και την Κίνα

Ο υπερβολικός φόβος έναντι Κίνας και Ρωσίας πωλείται στο δυτικό κοινό μέσω χειραγώγησης γεγονότων

από KostasMarkakis

Φωτογραφία Τίτλου: Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν και ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ κατά τη διάρκεια συνάντησής τους στο Πεκίνο, στις 4 Φεβρουαρίου 2022. (Φωτογραφία: Alexei Druzhinin/Sputnik/AFP μέσω Getty Images)

Υπό:        JEFFREY D. SACHS                                commondreams.org                            23 Αυγούστου 2022

Ο κόσμος βρίσκεται στο χείλος της πυρηνικής καταστροφής σε μεγάλο βαθμό λόγω της αποτυχίας των δυτικών πολιτικών ηγετών να είναι ειλικρινείς σχετικά με τα αίτια των κλιμακούμενων παγκόσμιων συγκρούσεων. Η αδυσώπητη δυτική αφήγηση ότι η Δύση είναι ευγενής ενώ η Ρωσία και η Κίνα είναι κακές είναι απλοϊκή και εξαιρετικά επικίνδυνη. Είναι μια προσπάθεια χειραγώγησης της κοινής γνώμης, όχι αντιμετώπισης μιας πολύ πραγματικής και πιεστικής διπλωματίας. Η Ευρώπη θα πρέπει να αναλογιστεί το γεγονός ότι η μη διεύρυνση του ΝΑΤΟ και η εφαρμογή των συμφωνιών Μινσκ ΙΙ θα είχαν αποτρέψει αυτόν τον φρικτό πόλεμο στην Ουκρανία.

Η βασική αφήγηση της Δύσης είναι ενσωματωμένη στη στρατηγική εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ. Η βασική ιδέα των ΗΠΑ είναι ότι η Κίνα και η Ρωσία είναι αμείλικτοι εχθροί που «προσπαθούν να διαβρώσουν την αμερικανική ασφάλεια και ευημερία». Αυτές οι χώρες είναι, σύμφωνα με τις ΗΠΑ, «αποφασισμένες να κάνουν τις οικονομίες λιγότερο ελεύθερες και λιγότερο δίκαιες, να αυξήσουν τις στρατιωτικές τους δυνάμεις και να ελέγχουν πληροφορίες και δεδομένα για να μπορούν να καταστείλουν τις κοινωνίες τους και να επεκτείνουν την επιρροή τους».

Η ειρωνεία είναι ότι από το 1980 οι ΗΠΑ έχουν συμμετάσχει σε τουλάχιστον 15 υπερπόντιους πολέμους  (Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Παναμάς, Σερβία, Συρία και Υεμένη για να αναφέρουμε μόνο μερικούς), ενώ η Κίνα δεν έχει συμμετάσχει σε κανέναν, και η Ρωσία μόνο σε ένα (Συρία), ανεξάρτητα από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Οι ΗΠΑ έχουν στρατιωτικές βάσεις σε 85 χώρες, η Κίνα σε 3 και η Ρωσία σε 1 (Συρία) πέρα ​​από την πρώην Σοβιετική Ένωση.

Ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν προώθησε αυτή την αφήγηση, δηλώνοντας ότι η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας είναι ο ανταγωνισμός με τις απολυταρχίες, οι οποίες «επιδιώκουν να προωθήσουν τη δική τους ισχύ, να εξάγουν και να επεκτείνουν την επιρροή τους σε όλο τον κόσμο και να δικαιολογήσουν τις κατασταλτικές πολιτικές και πρακτικές τους ως έναν πιο αποτελεσματικό τρόπο αντιμετώπισης των σημερινών προκλήσεων».  (Επισημαίνεται ότι) Η στρατηγική ασφαλείας των ΗΠΑ δεν είναι έργο κανενός προέδρου των ΗΠΑ, αλλά του κατεστημένου ασφαλείας των ΗΠΑ, το οποίο είναι σε μεγάλο βαθμό αυτόνομο και λειτουργεί πίσω από ένα τείχος μυστικότητας.

Ο υπερβολικός φόβος έναντι της Κίνας και της Ρωσίας πωλείται στο δυτικό κοινό μέσω της χειραγώγησης των γεγονότων.

Μια γενιά νωρίτερα, ο Πρόεδρος Τζορτζ Μπους ο νεότερος πούλησε στο κοινό την ιδέα ότι η μεγαλύτερη απειλή κατά της Αμερικής ήταν ο ισλαμικός φονταμενταλισμός, χωρίς όμως να αναφέρει ότι η CIA, με τη Σαουδική Αραβία και άλλες χώρες, είχαν δημιουργήσει, χρηματοδοτήσει και αναπτύξει τους τζιχαντιστές στο Αφγανιστάν, τη Συρία και αλλού για να πολεμήσουν (ως σύμμαχοι) στους πολέμους της Αμερικής.

Σκεφτείτε την εισβολή της Σοβιετικής Ένωσης στο Αφγανιστάν το 1980, η οποία απεικονίστηκε στα δυτικά μέσα ενημέρωσης ως μια πράξη απρόκλητης κακοπιστίας. Χρόνια αργότερα, μάθαμε ότι πριν την σοβιετική εισβολή είχε προηγηθεί μια επιχείρηση της CIA, που είχε σκοπό να προκαλέσει τη σοβιετική εισβολή!

Η ίδια παραπληροφόρηση σημειώθηκε και στη Συρία. Ο δυτικός Τύπος είναι γεμάτος με κατηγορίες κατά της στρατιωτικής βοήθειας του Πούτιν στον Μπασάρ αλ Άσαντ της Συρίας που ξεκίνησε το 2015, χωρίς να αναφέρει ότι οι ΗΠΑ υποστήριξαν την ανατροπή του αλ Άσαντ από το 2011, με τη CIA να χρηματοδοτεί μια μεγάλη επιχείρηση (Timber Sycamore) για την ανατροπή του Άσαντ χρόνια πριν φτάσουν οι Ρώσοι.

Πιο πρόσφατα, όταν η πρόεδρος της Βουλής των ΗΠΑ Nancy Pelosi πέταξε απερίσκεπτα στην Ταϊβάν παρά τις προειδοποιήσεις της Κίνας, κανένας υπουργός Εξωτερικών της G7 δεν επέκρινε την πρόκληση της Pelosi, ωστόσο οι υπουργοί της G7 επέκριναν σκληρά την «υπερβολική αντίδραση» της Κίνας στο ταξίδι της Pelosi.

Η δυτική αφήγηση για τον πόλεμο στην Ουκρανία είναι ότι πρόκειται για απρόκλητη επίθεση από τον Πούτιν στην προσπάθεια να αναδημιουργήσει τη ρωσική αυτοκρατορία. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, η ιστορία ξεκινά με την υπόσχεση της Δύσης στον Σοβιετικό Πρόεδρο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ ότι το ΝΑΤΟ δεν θα διευρυνθεί προς την Ανατολή. Ακολούθησαν όμως τέσσερα κύματα διεύρυνσης του ΝΑΤΟ: 1ο: το 1999, με τρεις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης. 2ο: το 2004, ενσωματώνοντας 7 ακόμη, μεταξύ των οποίων τα κράτη της Μαύρης Θάλασσας και της Βαλτικής. 3ο: το 2008, δέσμευση διεύρυνσης με την Ουκρανία και τη Γεωργία, και 4ο: το 2022, προσκαλώντας τέσσερις ηγέτες Ασίας-Ειρηνικού στο ΝΑΤΟ, με στόχο την Κίνα.

Επίσης, τα δυτικά ΜΜΕ δεν αναφέρουν τον ρόλο των ΗΠΑ στην ανατροπή του φιλορώσου προέδρου της Ουκρανίας Βίκτορ Γιανουκόβιτς το 2014 και την αποτυχία των κυβερνήσεων της Γαλλίας και της Γερμανίας, εγγυητών της συμφωνίας Μινσκ ΙΙ, να πιέσουν την Ουκρανία να εκπληρώσει τις δεσμεύσεις της. Δεν αναφέρουν επίσης τον τεράστιο αμερικανικό οπλισμό που στάλθηκε στην Ουκρανία κατά τη διάρκεια των κυβερνήσεων Τραμπ και Μπάιντεν ενόψει του πολέμου, ούτε την άρνηση των ΗΠΑ να διαπραγματευτούν με τον Πούτιν σχετικά με τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ στην Ουκρανία.

Φυσικά, το ΝΑΤΟ ισχυρίζεται ότι είναι καθαρά αμυντικό, οπότε ο Πούτιν δεν πρέπει να φοβάται τίποτα. Με άλλα λόγια, ο Πούτιν δεν πρέπει να λάβει υπόψη του τις επιχειρήσεις της CIA στο Αφγανιστάν και τη Συρία, τον βομβαρδισμό του ΝΑΤΟ στη Σερβία το 1999, την ανατροπή του Μοαμάρ Καντάφι από το ΝΑΤΟ το 2011, την ΝΑΤΟϊκή κατοχή του Αφγανιστάν για 15 χρόνια, ούτε την «γκάφα» του Μπάιντεν που ζητούσε την απομάκρυνση του Πούτιν (που φυσικά δεν ήταν καθόλου γκάφα), ούτε τις δηλώσεις του υπουργού Άμυνας των ΗΠΑ Λόιντ Όστιν ότι ο πολεμικός στόχος των ΗΠΑ στην Ουκρανία είναι η αποδυνάμωση της Ρωσίας.

Στον πυρήνα όλων αυτών βρίσκεται η προσπάθεια των ΗΠΑ να παραμείνουν η (μόνη) ηγεμονική δύναμη του κόσμου, αυξάνοντας τις στρατιωτικές συμμαχίες σε όλο τον κόσμο για να περιορίσουν ή να νικήσουν την Κίνα και τη Ρωσία. Είναι μια επικίνδυνη, παραληρηματική και ξεπερασμένη ιδέα. Οι ΗΠΑ έχουν μόλις το 4,2% του παγκόσμιου πληθυσμού και τώρα μόλις το 16% του παγκόσμιου ΑΕΠ (μετρούμενο σε διεθνείς τιμές). Στην πραγματικότητα, το συνδυασμένο ΑΕΠ των G7 είναι τώρα μικρότερο από αυτό των BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Νότια Αφρική), ενώ ο πληθυσμός των G7 είναι μόλις το 6% του παγκόσμιου πληθυσμού σε σύγκριση με το 41% ​​των BRICS.

Υπάρχει μόνο μία χώρα η οποία αυτόκλητα φαντασιώνεται να είναι η κυρίαρχη δύναμη στον κόσμο: οι ΗΠΑ.

Είναι παρελθόν η εποχή που οι ΗΠΑ αναγνώρισαν τις πραγματικές πηγές ασφάλειας: την εσωτερική κοινωνική συνοχή και την υπεύθυνη συνεργασία με τον υπόλοιπο κόσμο, αντί για την ψευδαίσθηση της ηγεμονίας. Με μια τέτοια αναθεωρημένη εξωτερική πολιτική, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους θα μπορούσαν να αποφύγουν τον πόλεμο με την Κίνα και τη Ρωσία και θα επέτρεπαν στον κόσμο να αντιμετωπίσει τις μυριάδες περιβαλλοντικές, ενεργειακές, διατροφικές και κοινωνικές κρίσεις του.

Πάνω απ’ όλα, αυτή τη στιγμή του ακραίου κινδύνου, οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα πρέπει να επιδιώξουν την πραγματική πηγή της ευρωπαϊκής ασφάλειας: όχι την ηγεμονία των ΗΠΑ, αλλά τις ευρωπαϊκές ρυθμίσεις ασφάλειας που σέβονται τα νόμιμα συμφέροντα ασφαλείας όλων των ευρωπαϊκών εθνών, οπωσδήποτε συμπεριλαμβανομένης της Ουκρανίας, αλλά και της Ρωσίας, η οποία συνεχίζει να αντιστέκεται στις διευρύνσεις του ΝΑΤΟ στη Μαύρη Θάλασσα. Η Ευρώπη θα πρέπει να αναλογιστεί το γεγονός ότι η μη διεύρυνση του ΝΑΤΟ και η εφαρμογή των συμφωνιών Μινσκ ΙΙ θα είχαν αποτρέψει αυτόν τον φρικτό πόλεμο στην Ουκρανία. Σε αυτό το στάδιο, η διπλωματία, όχι η στρατιωτική κλιμάκωση, είναι ο αληθινός δρόμος προς την ευρωπαϊκή και παγκόσμια ασφάλεια.

Μετάφραση άρθρου και επιμέλεια κειμένου στα ελληνικά: Κώστας Α. Μαρκάκης

Πηγή: https://www.commondreams.org/views/2022/08/23/wests-dangerously-simple-minded-narrative-about-russia-and-china

Ο Jeffrey D. Sachs είναι Καθηγητής Πανεπιστημίου και Διευθυντής του Κέντρου Βιώσιμης Ανάπτυξης στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, όπου διηύθυνε το The Earth Institute από το 2002 έως το 2016. Υπήρξε πρόεδρος του Δικτύου Λύσεων Αειφόρου Ανάπτυξης του ΟΗΕ και επίτροπος της Επιτροπής Ευρυζωνικής Ανάπτυξης του ΟΗΕ. Υπήρξε σύμβουλος τριών Γενικών Γραμματέων των Ηνωμένων Εθνών και επί του παρόντος υπηρετεί ως Συνήγορος του SDG υπό τον Γενικό Γραμματέα Αντόνιο Γκουτέρες.

Ο Sachs είναι ο συγγραφέας, πιο πρόσφατα, του “A New Foreign Policy: Beyond American Exceptionalism” (2020). Άλλα βιβλία περιλαμβάνουν: “Building the New American Economy: Smart, Fair, and Sustainable” (2017) και “The Age of Sustainable Development,” (2015) με τον πρώην Γ.Γ. ΟΗΕ Ban Ki-moon.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Θα υποθέσουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε εάν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα